ἀνθρώπειος


ἀνθρώπειος
ἀνθρώπειος, ά, оν / ἀνθρώπινος, η, ον человеческий, человечий

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀνθρώπειος" в других словарях:

  • ανθρώπειος — ἀνθρώπειος, α, ον (AM) 1. ανθρώπινος* (σε αντίθεση με το θείος και το μυθικός) 2. αυτός που ταιριάζει στον άνθρωπο, που δεν ξεπερνά τις δυνάμεις του 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἀνθρώπειον το ανθρώπινο γένος, η ανθρώπινη φύση …   Dictionary of Greek

  • ἀνθρώπειος — human masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθρωπείων — ἀνθρώπειος human fem gen pl ἀνθρώπειος human masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθρωπείως — ἀνθρώπειος human adverbial ἀνθρώπειος human masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθρώπειον — ἀνθρώπειος human masc acc sg ἀνθρώπειος human neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθρωπείαις — ἀνθρώπειος human fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθρωπείη — ἀνθρώπειος human fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθρωπείην — ἀνθρώπειος human fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθρωπείοις — ἀνθρώπειος human masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθρωπείου — ἀνθρώπειος human masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθρωπείους — ἀνθρώπειος human masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)